The Land of the Cimmerians in Homer’s Odyssey, the Veil of Eos, and the Passage (En-Gr)
Η χώρα των Κιμμερίων στην Οδύσσεια του Ομήρου, το πέπλο της Ηούς και η Έξοδος
👉 /music-and-dance/
Article in English
The land without ray, the land of the Cimmerians in the Odyssey, spreads like a submerged relief beneath a heavy celestial vault, where mortals move with the weight of the earth still resting upon their exhausted limbs. These human beings, fearful and mortal in the Homeric sense, carry within them the fatigue of a being not yet lifted into itself. The light of radiant Helios does not enter; the delicate touch of Eos remains outside the field of breath. The world is borne within a dense, impenetrable mist, within a darkness that persists and holds forms in a half-born glow, as though they were still awaiting their completion. Might this be the face of our world, when light remains outside touch and sight?
ἔνθα δὲ Κιμμερίων ἀνδρῶν δῆμός τε πόλις τε,
νεφέλῃ καὶ γνόφῳ κεκαλυμμένοι· οὐδέ ποτ’ αὐτοὺς
Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν…
When Circe opens before Odysseus the path toward that furthest edge, what appears is not a place, but a sinking of the horizon itself. And his lament rises like an inner wave, borne by the knowledge—or the deep sensing—of a land where the morning touch of Eos has withdrawn from things, where the touch of light has abandoned forms. There, existence advances toward an unspoken threshold, where form disintegrates and the world loses its hidden articulation, breaking apart from within and yielding to shadows that deepen without end.
And yet, even in that depth, something remains awake. Movement circulates in silence. Appearance preserves its spark in a state of waiting. Form pulses, expands and contracts within a becoming that has not yet found its name. A subterranean field opens, where the opening does not show itself, yet works as a hidden matrix of the visible.
Later, in another moment of the journey, when Odysseus, having lost everything, yields to the fury of the waves, and the sea whirls him like formless matter, without orientation and without breath, then—within the very vortex—Leukothea appears, in the trace of Eos, and casts toward him the veil of salvation.
δῶκε δέ οἱ κρήδεμνον ἀμβρόσιον…
It is not an object. It is touch.
It is not a means. It is passage.
The white of Leukothea illumines otherwise; it does not reflect. It spreads like a translucent veil upon the fracture of form, where the former shape has already broken. And through that fracture, a space begins to breathe. Form does not impose itself; it gathers from within, as though summoned by something that precedes its appearing.
The passage becomes song.
Not sound, but the rhythm of being itself recovering its measure.
And the human emerges into another world—the true one—whole.
Within this field, the unfinished signifies possibility and movement toward completion. It acts as a living force, opening pathways, holding space for what is to come, like a breath moving through the divine without ceasing.
When Odysseus touches the shore, the earth is not yet earth. It is threshold. It is opening. It is the point where the world begins to remember its form. His return unfolds as reappearance—as a re-connection, an upward re-linking with the self that had already awaited him.
The veil returns to the water.
The water receives it as the vessel of cosmic memory receives the new—by letting it pass.
And that which enabled the passage dissolves within the movement and transformation that brought it forth.
And thus the question is led back to the primordial question of the question.
The human turns toward the light.
He turns toward the open, the translucent, where light becomes not possession but essence.
An opening that does not belong to the world,
yet renders the world possible.
And which appears at the very moment
when all else has dissolved.
The song — the phasma — the plasma of Eos
is the passage into true life.
Maria Alexea
Άρθρο στα Ελληνικά
Η χώρα χωρίς ακτίνα, η χώρα των Κιμμερίων της Οδύσσεια, απλώνεται σαν βυθισμένο ανάγλυφο κάτω από βαριά ουράνια σκεπή, όπου οι θνητοί κινούνται με το βάρος της γης ακόμη επάνω στα κοθρασμένα τους μέλη. Οι άνθρωποι αυτοί, δειλοί και βροτοί κατά την ομηρική μνήμη, φέρουν μέσα τους την κόπωση μιας ύπαρξης που δεν έχει ακόμη αναληφθεί. Το φως του φαέθοντος Ηλίου δεν εισχωρεί· το διάφανο άγγιγμα της Ηούς μένει έξω από το πεδίο της αναπνοής. Ο κόσμος κυοφορείται μέσα σε πυκνή και αδιαπέραστη νεφέλη, μέσα σε ζόφο που επιμένει και συγκρατεί τα σχήματα σε μισογέννητο φως, σαν να αναμένουν ακόμη την ολοκλήρωσή τους. Μήπως αυτό είναι το πρόσωπο του κόσμου μας, όταν το φως μένει έξω από την αφή και την όραση;
ἔνθα δὲ Κιμμερίων ἀνδρῶν δῆμός τε πόλις τε,
νεφέλῃ καὶ γνόφῳ κεκαλυμμένοι· οὐδέ ποτ’ αὐτοὺς
Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν…
Όταν η Κίρκη ανοίγει μπροστά στον Οδυσσέα τον δρόμο προς εκείνο το άκρο, δεν του φανερώνει έναν τόπο αλλά μια πτώση του ορίζοντα και του ίδιου του πεδίου. Και ο θρήνος του ανέρχεται ψηλά σαν κύμα εσωτερικό, γιατί διαισθάνεται — ή γνωρίζει ήδη — την ύπαρξη μιας γης όπου το πρωινό φως της Ηούς δεν αγγίζει πλέον τα πράγματα, όπου η αφή του φωτός έχει εγκαταλείψει τις μορφές. Εκεί η ύπαρξη βαδίζει προς ένα κατώφλι άρρητο, όπου η μορφή αποσυντίθεται και ο κόσμος χάνει τη μυστική του συναρμογή, διασπώμενος εκ των ένδον, παραδομένος σε σκιές που βαθαίνουν χωρίς πέρας.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό το βάθος, κάτι παραμένει άγρυπνο. Η κίνηση κυκλοφορεί αθόρυβα. Η φανέρωση διατηρεί τη σπίθα της σε κατάσταση προσμονής. Η μορφή πάλλεται, διαστέλλεται και συστέλλεται μέσα σε ένα γίγνεσθαι που δεν έχει ακόμη όνομα. Ένα υπόγειο πεδίο ανοίγει, όπου το άνοιγμα δεν φαίνεται, αλλά εργάζεται σαν μυστική μήτρα του φανερού.
Ύστερα, σε άλλο χρόνο της περιπέτειας, όταν ο Οδυσσέας, παραδομένος πλέον, έχοντας χάσει τα πάντα, αφήνεται στη μανία των κυμάτων και στο πέλαγος που τον στροβιλίζει σαν άμορφη ύλη, χωρίς προσανατολισμό και χωρίς ανάσα, τότε — μέσα στην ίδια τη δίνη — προβάλλει η Λευκοθέα, ως μορφή της Ηούς. Και του ρίπτει το πέπλο της σωτηρίας.
δῶκε δέ οἱ κρήδεμνον ἀμβρόσιον…
Δεν είναι αντικείμενο. Είναι αφή.
Δεν είναι μέσο. Είναι πέρασμα.
Το λευκό της Λευκοθέας φωτίζει αλλιώς, δεν αντανακλά. Απλώνεται σαν διάφανο πέπλο επάνω στη ρωγμή της μορφής, εκεί όπου το παλαιό σχήμα έχει ήδη θραυσθεί. Και μέσα από αυτή τη ρωγμή, ένας χώρος αρχίζει να ανασαίνει. Η μορφή δεν επιβάλλεται· συναρμόζεται εκ των ένδον, σαν να την καλεί κάτι που προηγείται της ίδιας της εμφάνισής της.
Το πέρασμα γίνεται άσμα.
Όχι ήχος, αλλά ρυθμός της ίδιας της ύπαρξης που επανευρίσκει το μέτρο της.
Και ο άνθρωπος αναδύεται σε άλλον κόσμο — τον αληθινό — ολοκληρωμένος.
Μέσα σε αυτό το πεδίο, το ανολοκλήρωτο σημαίνει δυνατότητα και κίνηση προς την ολοκλήρωση. Κινείται ως ζώσα δύναμη. Ανοίγει δρόμο. Διατηρεί τον χώρο ανοιχτό για το επερχόμενο, σαν πνοή μέσα στο θείο που δεν παύει.
Όταν ο Οδυσσέας αγγίζει την ακτή, η γη δεν είναι ακόμη γη. Είναι κατώφλι. Είναι στόμιο. Είναι το σημείο όπου ο κόσμος αρχίζει να θυμάται τη μορφή του. Και η επιστροφή του είναι επανεμφάνιση — επανασύνδεση, επι-άνω σύνδεση με εκείνον τον εαυτό που ήδη τον ανέμενε.
Το πέπλο επιστρέφει στο ύδωρ.
Το ύδωρ το δέχεται όπως το δοχείο της κοσμικής μνήμης δέχεται το νέο — αφήνοντάς το να περάσει.
Και εκείνο που επέτρεψε τη διάβαση χάνεται μέσα στην κίνηση και τη μεταβολή που το γέννησε.
Και τότε η ερώτηση ανάγεται στην αρχεγονη ερώτηση της ερώτησης.
Ο άνθρωπος στρέφεται προς το φως.
Στρέφεται προς εκείνο το ανοικτό, το διάφωτο, όπου το φως από περιουσία γίνεται ουσία.
Ένα άνοιγμα που δεν ανήκει στον κόσμο,
αλλά τον καθιστά δυνατό.
Και που φανερώνεται τη στιγμή ακριβώς
που όλα τα άλλα έχουν διαλυθεί.
Το άσμα — φάσμα — πλάσμα της Ηούς
είναι το πέρασμα στην αληθινή ζωή.
Μαρία Αλεξέα
👉 /music-and-dance/
ENGLISH
The land without ray, the land of the Cimmerians in the Odyssey, spreads like a submerged relief beneath a heavy celestial vault, where mortals move with the weight of the earth still resting upon their exhausted limbs. These human beings, fearful and mortal in the Homeric sense, carry within them the fatigue of a being not yet lifted into itself. The light of radiant Helios does not enter; the delicate touch of Eos remains outside the field of breath. The world is borne within a dense, impenetrable mist, within a darkness that persists and holds forms in a half-born glow, as though they were still awaiting their completion. Might this be the face of our world, when light remains outside touch and sight?
ἔνθα δὲ Κιμμερίων ἀνδρῶν δῆμός τε πόλις τε,
νεφέλῃ καὶ γνόφῳ κεκαλυμμένοι· οὐδέ ποτ’ αὐτοὺς
Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν…
When Circe opens before Odysseus the path toward that furthest edge, what appears is not a place, but a sinking of the horizon itself. And his lament rises like an inner wave, borne by the knowledge—or the deep sensing—of a land where the morning touch of Eos has withdrawn from things, where the touch of light has abandoned forms. There, existence advances toward an unspoken threshold, where form disintegrates and the world loses its hidden articulation, breaking apart from within and yielding to shadows that deepen without end.
And yet, even in that depth, something remains awake. Movement circulates in silence. Appearance preserves its spark in a state of waiting. Form pulses, expands and contracts within a becoming that has not yet found its name. A subterranean field opens, where the opening does not show itself, yet works as a hidden matrix of the visible.
Later, in another moment of the journey, when Odysseus, having lost everything, yields to the fury of the waves, and the sea whirls him like formless matter, without orientation and without breath, then—within the very vortex—Leukothea appears, in the trace of Eos, and casts toward him the veil of salvation.
δῶκε δέ οἱ κρήδεμνον ἀμβρόσιον…
It is not an object. It is touch.
It is not a means. It is passage.
The white of Leukothea illumines otherwise; it does not reflect. It spreads like a translucent veil upon the fracture of form, where the former shape has already broken. And through that fracture, a space begins to breathe. Form does not impose itself; it gathers from within, as though summoned by something that precedes its appearing.
The passage becomes song.
Not sound, but the rhythm of being itself recovering its measure.
And the human emerges into another world—the true one—whole.
Within this field, the unfinished signifies possibility and movement toward completion. It acts as a living force, opening pathways, holding space for what is to come, like a breath moving through the divine without ceasing.
When Odysseus touches the shore, the earth is not yet earth. It is threshold. It is opening. It is the point where the world begins to remember its form. His return unfolds as reappearance—as a re-connection, an upward re-linking with the self that had already awaited him.
The veil returns to the water.
The water receives it as the vessel of cosmic memory receives the new—by letting it pass.
And that which enabled the passage dissolves within the movement and transformation that brought it forth.
And thus the question is led back to the primordial question of the question.
The human turns toward the light.
He turns toward the open, the translucent, where light becomes not possession but essence.
An opening that does not belong to the world,
yet renders the world possible.
And which appears at the very moment
when all else has dissolved.
The song — the phasma — the plasma of Eos
is the passage into true life.
Maria Alexea
ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Η χώρα χωρίς ακτίνα, η χώρα των Κιμμερίων της Οδύσσεια, απλώνεται σαν βυθισμένο ανάγλυφο κάτω από βαριά ουράνια σκεπή, όπου οι θνητοί κινούνται με το βάρος της γης ακόμη επάνω στα κοθρασμένα τους μέλη. Οι άνθρωποι αυτοί, δειλοί και βροτοί κατά την ομηρική μνήμη, φέρουν μέσα τους την κόπωση μιας ύπαρξης που δεν έχει ακόμη αναληφθεί. Το φως του φαέθοντος Ηλίου δεν εισχωρεί· το διάφανο άγγιγμα της Ηούς μένει έξω από το πεδίο της αναπνοής. Ο κόσμος κυοφορείται μέσα σε πυκνή και αδιαπέραστη νεφέλη, μέσα σε ζόφο που επιμένει και συγκρατεί τα σχήματα σε μισογέννητο φως, σαν να αναμένουν ακόμη την ολοκλήρωσή τους. Μήπως αυτό είναι το πρόσωπο του κόσμου μας, όταν το φως μένει έξω από την αφή και την όραση;
ἔνθα δὲ Κιμμερίων ἀνδρῶν δῆμός τε πόλις τε,
νεφέλῃ καὶ γνόφῳ κεκαλυμμένοι· οὐδέ ποτ’ αὐτοὺς
Ἠέλιος φαέθων καταδέρκεται ἀκτίνεσσιν…
Όταν η Κίρκη ανοίγει μπροστά στον Οδυσσέα τον δρόμο προς εκείνο το άκρο, δεν του φανερώνει έναν τόπο αλλά μια πτώση του ορίζοντα και του ίδιου του πεδίου. Και ο θρήνος του ανέρχεται ψηλά σαν κύμα εσωτερικό, γιατί διαισθάνεται — ή γνωρίζει ήδη — την ύπαρξη μιας γης όπου το πρωινό φως της Ηούς δεν αγγίζει πλέον τα πράγματα, όπου η αφή του φωτός έχει εγκαταλείψει τις μορφές. Εκεί η ύπαρξη βαδίζει προς ένα κατώφλι άρρητο, όπου η μορφή αποσυντίθεται και ο κόσμος χάνει τη μυστική του συναρμογή, διασπώμενος εκ των ένδον, παραδομένος σε σκιές που βαθαίνουν χωρίς πέρας.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτό το βάθος, κάτι παραμένει άγρυπνο. Η κίνηση κυκλοφορεί αθόρυβα. Η φανέρωση διατηρεί τη σπίθα της σε κατάσταση προσμονής. Η μορφή πάλλεται, διαστέλλεται και συστέλλεται μέσα σε ένα γίγνεσθαι που δεν έχει ακόμη όνομα. Ένα υπόγειο πεδίο ανοίγει, όπου το άνοιγμα δεν φαίνεται, αλλά εργάζεται σαν μυστική μήτρα του φανερού.
Ύστερα, σε άλλο χρόνο της περιπέτειας, όταν ο Οδυσσέας, παραδομένος πλέον, έχοντας χάσει τα πάντα, αφήνεται στη μανία των κυμάτων και στο πέλαγος που τον στροβιλίζει σαν άμορφη ύλη, χωρίς προσανατολισμό και χωρίς ανάσα, τότε — μέσα στην ίδια τη δίνη — προβάλλει η Λευκοθέα, ως μορφή της Ηούς. Και του ρίπτει το πέπλο της σωτηρίας.
δῶκε δέ οἱ κρήδεμνον ἀμβρόσιον…
Δεν είναι αντικείμενο. Είναι αφή.
Δεν είναι μέσο. Είναι πέρασμα.
Το λευκό της Λευκοθέας φωτίζει αλλιώς, δεν αντανακλά. Απλώνεται σαν διάφανο πέπλο επάνω στη ρωγμή της μορφής, εκεί όπου το παλαιό σχήμα έχει ήδη θραυσθεί. Και μέσα από αυτή τη ρωγμή, ένας χώρος αρχίζει να ανασαίνει. Η μορφή δεν επιβάλλεται· συναρμόζεται εκ των ένδον, σαν να την καλεί κάτι που προηγείται της ίδιας της εμφάνισής της.
Το πέρασμα γίνεται άσμα.
Όχι ήχος, αλλά ρυθμός της ίδιας της ύπαρξης που επανευρίσκει το μέτρο της.
Και ο άνθρωπος αναδύεται σε άλλον κόσμο — τον αληθινό — ολοκληρωμένος.
Μέσα σε αυτό το πεδίο, το ανολοκλήρωτο σημαίνει δυνατότητα και κίνηση προς την ολοκλήρωση. Κινείται ως ζώσα δύναμη. Ανοίγει δρόμο. Διατηρεί τον χώρο ανοιχτό για το επερχόμενο, σαν πνοή μέσα στο θείο που δεν παύει.
Όταν ο Οδυσσέας αγγίζει την ακτή, η γη δεν είναι ακόμη γη. Είναι κατώφλι. Είναι στόμιο. Είναι το σημείο όπου ο κόσμος αρχίζει να θυμάται τη μορφή του. Και η επιστροφή του είναι επανεμφάνιση — επανασύνδεση, επι-άνω σύνδεση με εκείνον τον εαυτό που ήδη τον ανέμενε.
Το πέπλο επιστρέφει στο ύδωρ.
Το ύδωρ το δέχεται όπως το δοχείο της κοσμικής μνήμης δέχεται το νέο — αφήνοντάς το να περάσει.
Και εκείνο που επέτρεψε τη διάβαση χάνεται μέσα στην κίνηση και τη μεταβολή που το γέννησε.
Και τότε η ερώτηση ανάγεται στην αρχεγονη ερώτηση της ερώτησης.
Ο άνθρωπος στρέφεται προς το φως.
Στρέφεται προς εκείνο το ανοικτό, το διάφωτο, όπου το φως από περιουσία γίνεται ουσία.
Ένα άνοιγμα που δεν ανήκει στον κόσμο,
αλλά τον καθιστά δυνατό.
Και που φανερώνεται τη στιγμή ακριβώς
που όλα τα άλλα έχουν διαλυθεί.
Το άσμα — φάσμα — πλάσμα της Ηούς
είναι το πέρασμα στην αληθινή ζωή.
Μαρία Αλεξέα
Loading comments…