The Walls of Ancient Messene and the Great Return: Faust’s Homecoming (En-Gr)

The Walls of Ancient Messene and the Great Return: Faust’s Homecoming (En-Gr)

Τα Τείχη της Αρχαίας Μεσσήνης και η Μεγάλη Έξοδος: Η Επιστροφή του Φάουστ στην Πατρίδα

Messini Walls - Faust, a Return from the Future - mariaalexea
Messini Walls

🎬 Film trailer

Article (EN)

The Walls of Ancient Messene and the Great Return: Faust’s Homecoming

“This is wisdom’s final conclusion:
only he deserves freedom as well as life
who must conquer them anew each day.
Thus, surrounded by dangers,
child, man, and elder spend their active years.
Such a multitude I would wish to see,
standing upon free ground with a free people.
Then I could say to the passing moment:
‘Linger a while! You are so beautiful!’
The trace of my earthly days
cannot vanish through the aeons.”
Faust II


This scene was filmed among the partly preserved megalithic walls of ancient Messene, at the foot of Mount Ithome. At the time of filming, the choice of location appeared primarily aesthetic. Yet, as often happens in art, the work itself seems to know more than its creator. Goethe observed that a work of art can reveal meanings that were never consciously planned, as though a deeper memory were at work within it—or, more precisely, an anamnesis, an upper memory, the memory of a state of being that precedes the fall of the world.

The culmination of Faust II is the famous “beautiful moment.” At the instant Faust utters the words, “Linger a while! You are so beautiful!”, fulfillment and death coincide. It is at once his highest and his final moment. But the final moment of which existence? Not of the true self, but of that temporary existence inhabiting the borrowed body of this field. Goethe himself speaks of member, melody, song. The individual song moves toward the beyond-song in order to reunite with the Great Song, with the fullness of the maternal and paternal Self.

Where everything appears to end from the perspective of this world, there begins in reality the passage toward a return to the true state of being. Death is not presented as destruction but as transition. The shadow withdraws, and the song turns toward its Ithaca, which is at once its homeland and its ethic.

In this light, the place chosen for the filming acquires particular significance. The walls of ancient Messene do not seem to end with the fortifications visible today. Their line appears to continue toward the neighboring height of Voulkano. There, at an altitude exceeding one thousand meters, survive stone structures bearing an unmistakable resemblance to the megalithic walls of lower Messene. Some still stand upright; others lie broken and scattered across the slopes.

A vast rock formation, detached from the mountain itself, hangs suspended above the valley. From that height the entire plain appears like a small anthill spread below. There lies the natural elevation before the descent into the marsh.

What struck me later was that I knew none of this when I chose the location. Once again, I had the feeling that the film knew before I did. The final scene of Faust had already been placed there, without my understanding the deeper significance of the landscape. Yet the work itself seems to have selected a place that narrates the very theme of the drama’s conclusion: the change of altitude, the return from the field of the fall toward the height of the original condition.

Whether one interprets this as geological coincidence or symbolic correspondence, the image remains remarkable. Faust’s ascent toward the higher world unfolds within a landscape that bears the traces of an ancient fall. The memory of collapse and the expectation of ascent coexist within the same terrain. Ruin and redemption, fall and ascent, reveal themselves as a memory that can no longer remain hidden.

Goethe suggests at the end of Faust a higher country, an island beyond time, toward which the song journeys once freed from the bonds of earthly existence. This is not an escape but a return. Not the conquest of a new world, but a homecoming to the homeland that existed before the fall.

It is not difficult to see in Ithome an image of this passage. The gaze rises from the ancient walls toward the summits, from the traces of the past toward the sky. The landscape itself becomes part of the drama.

Thus the scene acquires an additional symbolism. Faust does not merely stand upon ancient walls. He stands upon the remnants of a world that has already experienced its fall. And it is precisely from there that the ascent begins, the higher foundation. What appears ruined becomes the starting point of transformation; what appears to be an ending reveals itself as a gate.

The “beautiful moment” is no longer merely the final moment of a man. It is the moment in which the transient opens itself to the eternal and the path of return becomes visible.

Άρθρο (ΕΛ)

Τα Τείχη της Αρχαίας Μεσσήνης και η Μεγάλη Έξοδος: Η Επιστροφή του Φάουστ στην Πατρίδα

«Αυτό είναι το ύστατο συμπέρασμα της σοφίας:
μόνο εκείνος αξίζει την ελευθερία όπως και τη ζωή,
που οφείλει καθημερινά να τις κατακτά.
Έτσι περνά τον δραστήριο χρόνο του,
περιστοιχισμένος από κινδύνους,
παιδί, άνδρας και γέροντας.
Ένα τέτοιο πλήθος θα ήθελα να δω,
να στέκεται σε ελεύθερη γη με ελεύθερο λαό.
Τότε θα μπορούσα να πω στη στιγμή:
“Στάσου λοιπόν· είσαι τόσο όμορφη!”
Το ίχνος των επίγειων ημερών μου
δεν μπορεί να χαθεί μέσα στους αιώνες.»
Faust II


Η σκηνή αυτή γυρίστηκε στα μεγαλιθικά, εν μέρει σωζόμενα τείχη της αρχαίας Μεσσήνης, στους πρόποδες της Ιθώμης. Τη στιγμή των γυρισμάτων η επιλογή του τόπου φαινόταν κυρίως αισθητική. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά στην τέχνη, το ίδιο το έργο φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα από τον δημιουργό του. Ο Γκαίτε είχε παρατηρήσει ότι ένα έργο αποκαλύπτει νοήματα τα οποία δεν είχαν συνειδητά σχεδιαστεί, σαν να εργάζεται μέσα του μια βαθύτερη μνήμη· ή ακριβέστερα μια ανάμνηση, μια άνω μνήμη, η μνήμη μιας καταστάσεως που προηγείται της πτώσεως του κόσμου.

Η κορύφωση του Φάουστ Β΄ είναι η περίφημη «ωραία στιγμή». Τη στιγμή που ο Φάουστ προφέρει τα λόγια «Στάσου λοιπόν· είσαι τόσο όμορφη!», η εκπλήρωση και ο θάνατος συμπίπτουν. Είναι συγχρόνως η ύψιστη και η τελευταία του στιγμή. Αλλά ποιας υπάρξεως; Όχι του αληθινού εαυτού, αλλά εκείνης της προσωρινής υπάρξεως που κατοικεί στο δανεισμένο σώμα αυτού του πεδίου. Ο ίδιος ο Γκαίτε μιλά για μέλος, για μελωδία, για άσμα. Το μέλος οδεύει προς το πέρα-άσμα για να επανενωθεί με το μεγάλο Άσμα, με την πληρότητα του μητρικού και πατρικού εαυτού.

Εκεί όπου όλα φαίνονται να τελειώνουν από την προοπτική του εδώ, αρχίζει στην πραγματικότητα το πέρασμα προς την επιστροφή στην αληθινή κατάσταση υπάρξεως. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως καταστροφή αλλά ως διάβαση. Η σκιά υποχωρεί και το μέλος προσανατολίζεται προς την Ιθάκη του, η οποία είναι συγχρόνως και η ηθική του.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ο τόπος των γυρισμάτων. Τα τείχη της αρχαίας Μεσσήνης δεν φαίνεται να ολοκληρώνονται στην οχύρωση που είναι σήμερα ορατή. Η γραμμή τους μοιάζει να συνεχίζεται προς το γειτονικό ύψωμα του Βουλκάνου. Εκεί, σε υψόμετρο που υπερβαίνει τα χίλια μέτρα, σώζονται κατάλοιπα λιθοδομών με αδιαμφισβήτητη ομοιότητα προς τα μεγαλιθικά τείχη της κάτω Μεσσήνης. Πολλά από αυτά παραμένουν ακόμη όρθια, ενώ άλλα είναι θραυσμένα και διάσπαρτα στις πλαγιές.

Ένας τεράστιος βραχώδης σχηματισμός, αποκομμένος από τον κύριο όγκο του βουνού, στέκεται μετέωρος επάνω από την κοιλάδα. Από εκεί ψηλά ολόκληρη η πεδιάδα μοιάζει με μικρή μυρμηγκοπολιτεία. Εκεί βρίσκεται το φυσικό ύψος πριν από την πτώση στο έλος.

Αυτό που με εντυπωσίασε αργότερα ήταν ότι δεν γνώριζα τίποτε από αυτά όταν επέλεξα τον τόπο των γυρισμάτων. Για ακόμη μία φορά είχα την αίσθηση ότι η ταινία γνώριζε πριν από εμένα. Η τελευταία σκηνή του Φάουστ είχε ήδη τοποθετηθεί εκεί, χωρίς να γνωρίζω τη σημασία του τόπου. Κι όμως, το ίδιο το έργο φαίνεται να είχε επιλέξει έναν χώρο που αφηγείται το ίδιο θέμα με το τέλος του δράματος: την αλλαγή υψομέτρου, την επιστροφή από το πεδίο της πτώσεως προς το ύψος της αρχικής καταστάσεως.

Είτε πρόκειται για γεωλογική σύμπτωση είτε για συμβολική ανάγνωση, η εικόνα παραμένει εντυπωσιακή. Η ανάβαση του Φάουστ προς τον ανώτερο κόσμο εκτυλίσσεται μέσα σε έναν τόπο που φέρει τα ίχνη μιας αρχαίας πτώσεως. Η μνήμη της καταρρεύσεως και η προσδοκία της ανόδου συνυπάρχουν στο ίδιο τοπίο. Το ερείπιο και η λύτρωση, η πτώση και η ανάβαση, αποκαλύπτονται ως μνήμη που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί.

Ο ίδιος ο Γκαίτε υποδηλώνει στο τέλος του Φάουστ μια ανώτερη χώρα, μια νήσο πέρα από τον χρόνο, προς την οποία κατευθύνεται το μέλος όταν ελευθερωθεί από τα δεσμά της γήινης υπάρξεως. Δεν πρόκειται για φυγή αλλά για επιστροφή. Όχι για κατάκτηση ενός νέου κόσμου αλλά για επάνοδο στην πατρίδα που προϋπήρχε της πτώσεως.

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς στην Ιθώμη μια εικόνα αυτής της μετάβασης. Το βλέμμα υψώνεται από τα αρχαία τείχη προς τις κορυφές, από τα ίχνη του παρελθόντος προς τον ουρανό. Το τοπίο γίνεται έτσι μέρος της ίδιας της δραματουργίας.

Έτσι η σκηνή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό. Ο Φάουστ δεν στέκεται απλώς επάνω σε αρχαία τείχη. Στέκεται επάνω στα κατάλοιπα ενός κόσμου που έχει ήδη γνωρίσει την πτώση του. Και ακριβώς από εκεί αρχίζει η ανάβαση, η άνω βάσις. Ό,τι φαίνεται κατεστραμμένο γίνεται αφετηρία μεταμορφώσεως· ό,τι μοιάζει τέλος αποκαλύπτεται ως πύλη.

Η «ωραία στιγμή» δεν είναι πλέον μόνο η τελευταία στιγμή ενός ανθρώπου. Είναι η στιγμή κατά την οποία το εφήμερο ανοίγεται προς το αιώνιο και η πορεία της επιστροφής γίνεται ορατή.

Messini Walls - Faust, a Retrurn from the Future - mariaalexea
Messini Walls

🎬 Film trailer

ENGLISH

The Walls of Ancient Messene and the Great Return: Faust’s Homecoming

“This is wisdom’s final conclusion:
only he deserves freedom as well as life
who must conquer them anew each day.
Thus, surrounded by dangers,
child, man, and elder spend their active years.
Such a multitude I would wish to see,
standing upon free ground with a free people.
Then I could say to the passing moment:
‘Linger a while! You are so beautiful!’
The trace of my earthly days
cannot vanish through the aeons.”
Faust II


This scene was filmed among the partly preserved megalithic walls of ancient Messene, at the foot of Mount Ithome. At the time of filming, the choice of location appeared primarily aesthetic. Yet, as often happens in art, the work itself seems to know more than its creator. Goethe observed that a work of art can reveal meanings that were never consciously planned, as though a deeper memory were at work within it—or, more precisely, an anamnesis, an upper memory, the memory of a state of being that precedes the fall of the world.

The culmination of Faust II is the famous “beautiful moment.” At the instant Faust utters the words, “Linger a while! You are so beautiful!”, fulfillment and death coincide. It is at once his highest and his final moment. But the final moment of which existence? Not of the true self, but of that temporary existence inhabiting the borrowed body of this field. Goethe himself speaks of member, melody, song. The individual song moves toward the beyond-song in order to reunite with the Great Song, with the fullness of the maternal and paternal Self.

Where everything appears to end from the perspective of this world, there begins in reality the passage toward a return to the true state of being. Death is not presented as destruction but as transition. The shadow withdraws, and the song turns toward its Ithaca, which is at once its homeland and its ethic.

In this light, the place chosen for the filming acquires particular significance. The walls of ancient Messene do not seem to end with the fortifications visible today. Their line appears to continue toward the neighboring height of Voulkano. There, at an altitude exceeding one thousand meters, survive stone structures bearing an unmistakable resemblance to the megalithic walls of lower Messene. Some still stand upright; others lie broken and scattered across the slopes.

A vast rock formation, detached from the mountain itself, hangs suspended above the valley. From that height the entire plain appears like a small anthill spread below. There lies the natural elevation before the descent into the marsh.

What struck me later was that I knew none of this when I chose the location. Once again, I had the feeling that the film knew before I did. The final scene of Faust had already been placed there, without my understanding the deeper significance of the landscape. Yet the work itself seems to have selected a place that narrates the very theme of the drama’s conclusion: the change of altitude, the return from the field of the fall toward the height of the original condition.

Whether one interprets this as geological coincidence or symbolic correspondence, the image remains remarkable. Faust’s ascent toward the higher world unfolds within a landscape that bears the traces of an ancient fall. The memory of collapse and the expectation of ascent coexist within the same terrain. Ruin and redemption, fall and ascent, reveal themselves as a memory that can no longer remain hidden.

Goethe suggests at the end of Faust a higher country, an island beyond time, toward which the song journeys once freed from the bonds of earthly existence. This is not an escape but a return. Not the conquest of a new world, but a homecoming to the homeland that existed before the fall.

It is not difficult to see in Ithome an image of this passage. The gaze rises from the ancient walls toward the summits, from the traces of the past toward the sky. The landscape itself becomes part of the drama.

Thus the scene acquires an additional symbolism. Faust does not merely stand upon ancient walls. He stands upon the remnants of a world that has already experienced its fall. And it is precisely from there that the ascent begins, the higher foundation. What appears ruined becomes the starting point of transformation; what appears to be an ending reveals itself as a gate.

The “beautiful moment” is no longer merely the final moment of a man. It is the moment in which the transient opens itself to the eternal and the path of return becomes visible.

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Τα Τείχη της Αρχαίας Μεσσήνης και η Μεγάλη Έξοδος: Η Επιστροφή του Φάουστ στην Πατρίδα

«Αυτό είναι το ύστατο συμπέρασμα της σοφίας:
μόνο εκείνος αξίζει την ελευθερία όπως και τη ζωή,
που οφείλει καθημερινά να τις κατακτά.
Έτσι περνά τον δραστήριο χρόνο του,
περιστοιχισμένος από κινδύνους,
παιδί, άνδρας και γέροντας.
Ένα τέτοιο πλήθος θα ήθελα να δω,
να στέκεται σε ελεύθερη γη με ελεύθερο λαό.
Τότε θα μπορούσα να πω στη στιγμή:
“Στάσου λοιπόν· είσαι τόσο όμορφη!”
Το ίχνος των επίγειων ημερών μου
δεν μπορεί να χαθεί μέσα στους αιώνες.»
Faust II

Η σκηνή αυτή γυρίστηκε στα μεγαλιθικά, εν μέρει σωζόμενα τείχη της αρχαίας Μεσσήνης, στους πρόποδες της Ιθώμης. Τη στιγμή των γυρισμάτων η επιλογή του τόπου φαινόταν κυρίως αισθητική. Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά στην τέχνη, το ίδιο το έργο φαίνεται να γνωρίζει περισσότερα από τον δημιουργό του. Ο Γκαίτε είχε παρατηρήσει ότι ένα έργο αποκαλύπτει νοήματα τα οποία δεν είχαν συνειδητά σχεδιαστεί, σαν να εργάζεται μέσα του μια βαθύτερη μνήμη· ή ακριβέστερα μια ανάμνηση, μια άνω μνήμη, η μνήμη μιας καταστάσεως που προηγείται της πτώσεως του κόσμου.

Η κορύφωση του Φάουστ Β΄ είναι η περίφημη «ωραία στιγμή». Τη στιγμή που ο Φάουστ προφέρει τα λόγια «Στάσου λοιπόν· είσαι τόσο όμορφη!», η εκπλήρωση και ο θάνατος συμπίπτουν. Είναι συγχρόνως η ύψιστη και η τελευταία του στιγμή. Αλλά ποιας υπάρξεως; Όχι του αληθινού εαυτού, αλλά εκείνης της προσωρινής υπάρξεως που κατοικεί στο δανεισμένο σώμα αυτού του πεδίου. Ο ίδιος ο Γκαίτε μιλά για μέλος, για μελωδία, για άσμα. Το μέλος οδεύει προς το πέρα-άσμα για να επανενωθεί με το μεγάλο Άσμα, με την πληρότητα του μητρικού και πατρικού εαυτού.

Εκεί όπου όλα φαίνονται να τελειώνουν από την προοπτική του εδώ, αρχίζει στην πραγματικότητα το πέρασμα προς την επιστροφή στην αληθινή κατάσταση υπάρξεως. Ο θάνατος δεν παρουσιάζεται ως καταστροφή αλλά ως διάβαση. Η σκιά υποχωρεί και το μέλος προσανατολίζεται προς την Ιθάκη του, η οποία είναι συγχρόνως και η ηθική του.

Υπό αυτό το πρίσμα αποκτά ιδιαίτερη σημασία και ο τόπος των γυρισμάτων. Τα τείχη της αρχαίας Μεσσήνης δεν φαίνεται να ολοκληρώνονται στην οχύρωση που είναι σήμερα ορατή. Η γραμμή τους μοιάζει να συνεχίζεται προς το γειτονικό ύψωμα του Βουλκάνου. Εκεί, σε υψόμετρο που υπερβαίνει τα χίλια μέτρα, σώζονται κατάλοιπα λιθοδομών με αδιαμφισβήτητη ομοιότητα προς τα μεγαλιθικά τείχη της κάτω Μεσσήνης. Πολλά από αυτά παραμένουν ακόμη όρθια, ενώ άλλα είναι θραυσμένα και διάσπαρτα στις πλαγιές.

Ένας τεράστιος βραχώδης σχηματισμός, αποκομμένος από τον κύριο όγκο του βουνού, στέκεται μετέωρος επάνω από την κοιλάδα. Από εκεί ψηλά ολόκληρη η πεδιάδα μοιάζει με μικρή μυρμηγκοπολιτεία. Εκεί βρίσκεται το φυσικό ύψος πριν από την πτώση στο έλος.

Αυτό που με εντυπωσίασε αργότερα ήταν ότι δεν γνώριζα τίποτε από αυτά όταν επέλεξα τον τόπο των γυρισμάτων. Για ακόμη μία φορά είχα την αίσθηση ότι η ταινία γνώριζε πριν από εμένα. Η τελευταία σκηνή του Φάουστ είχε ήδη τοποθετηθεί εκεί, χωρίς να γνωρίζω τη σημασία του τόπου. Κι όμως, το ίδιο το έργο φαίνεται να είχε επιλέξει έναν χώρο που αφηγείται το ίδιο θέμα με το τέλος του δράματος: την αλλαγή υψομέτρου, την επιστροφή από το πεδίο της πτώσεως προς το ύψος της αρχικής καταστάσεως.

Είτε πρόκειται για γεωλογική σύμπτωση είτε για συμβολική ανάγνωση, η εικόνα παραμένει εντυπωσιακή. Η ανάβαση του Φάουστ προς τον ανώτερο κόσμο εκτυλίσσεται μέσα σε έναν τόπο που φέρει τα ίχνη μιας αρχαίας πτώσεως. Η μνήμη της καταρρεύσεως και η προσδοκία της ανόδου συνυπάρχουν στο ίδιο τοπίο. Το ερείπιο και η λύτρωση, η πτώση και η ανάβαση, αποκαλύπτονται ως μνήμη που δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί.

Ο ίδιος ο Γκαίτε υποδηλώνει στο τέλος του Φάουστ μια ανώτερη χώρα, μια νήσο πέρα από τον χρόνο, προς την οποία κατευθύνεται το μέλος όταν ελευθερωθεί από τα δεσμά της γήινης υπάρξεως. Δεν πρόκειται για φυγή αλλά για επιστροφή. Όχι για κατάκτηση ενός νέου κόσμου αλλά για επάνοδο στην πατρίδα που προϋπήρχε της πτώσεως.

Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς στην Ιθώμη μια εικόνα αυτής της μετάβασης. Το βλέμμα υψώνεται από τα αρχαία τείχη προς τις κορυφές, από τα ίχνη του παρελθόντος προς τον ουρανό. Το τοπίο γίνεται έτσι μέρος της ίδιας της δραματουργίας.

Έτσι η σκηνή αποκτά έναν πρόσθετο συμβολισμό. Ο Φάουστ δεν στέκεται απλώς επάνω σε αρχαία τείχη. Στέκεται επάνω στα κατάλοιπα ενός κόσμου που έχει ήδη γνωρίσει την πτώση του. Και ακριβώς από εκεί αρχίζει η ανάβαση, η άνω βάσις. Ό,τι φαίνεται κατεστραμμένο γίνεται αφετηρία μεταμορφώσεως· ό,τι μοιάζει τέλος αποκαλύπτεται ως πύλη.

Η «ωραία στιγμή» δεν είναι πλέον μόνο η τελευταία στιγμή ενός ανθρώπου. Είναι η στιγμή κατά την οποία το εφήμερο ανοίγεται προς το αιώνιο και η πορεία της επιστροφής γίνεται ορατή.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Loading comments…

Scroll to Top