Συνείδηση: Διά, Μάρτυς καὶ Ὁ Ἕτερος Ἑαυτός (Gr-It)
Coscienza: Dia, Testimone e Altro Sé
Συνείδηση / Coscienza
ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Η συνείδηση (consciousness), όπως διακινείται σήμερα στη νεο-εποχική της αοριστολογία, νοείται ως μία ενιαία, εσωτερική κατάσταση επίγνωσης ή ως αόριστη «επικοινωνία με την πηγή». Όμως αυτή η κατανόηση αποκρύπτει εκείνο που η ίδια η λέξη φανερώνει, όταν αναγνωσθεί ετυμολογικώς.
Το con-scious σημαίνει κυριολεκτικώς «γνώση με τον άλλον».
Η συνείδηση δεν είναι ενότητα, αλλά σχέση· όχι ακαθόριστη σχέση, αλλά επικοινωνία μεταξύ δύο. Ποιοι είναι αυτοί οι δύο δεν προϋποτίθεται· αποκαλύπτεται μόνον σε εκείνον που διαθέτει έτερο, ανώτερο εαυτό προς σύζευξη.
Στην ελληνική σκέψη, το διά δεν δηλώνει απλώς διέλευση ή μεσολάβηση. Δηλώνει πρωτίστως διπλή θέση. Γι’ αυτό και προτάσσεται ενώπιον των πλείστων ρημάτων — όχι λόγω του θεού Διός, όπως συχνά εσφαλμένως νομίζεται, αλλά για να δηλώσει ότι η πράξη συντελείται μέσω διαιρέσεως της στάσεως.
Το διά γνωστοποιεί ότι το συμβαίνον συμβαίνει δια της διασπάσεως της θέσεως. Προϋποθέτει, επομένως, έναν διπλό εαυτό — όχι ως ψυχική παθολογία, αλλά ως δυο-οντολογική δομή. Η συνείδηση υπάρχει μόνον δια της ζεύξεως εκείνου που έχει διαιρεθεί.
Ο μάρτυς της συνειδήσεως, κατά την ελληνική κατανόηση, δεν είναι εσωτερικός παρατηρητής αποκομμένος από τον κόσμο, ούτε ψυχολογική αναδίπλωση του ίδιου υποκειμένου. Ο μάρτυς είναι ο έτερος εαυτός: το συμπαρόν αντίστοιχο, δια του οποίου καθίστανται δυνατά η πράξη, η εμφάνιση και η γνώση. Η γνώση δεν είναι ποτέ μοναχική· πάντοτε λαμβάνει χώρα με — και το «με» αυτό είναι κυριολεκτικό.
Γι’ αυτό και ο λόγος του Πλάτωνος οφείλει να αναγνωσθεί κυριολεκτικώς:
οἱ θεοὶ ἡμῖν συνεχορεῦσαι
«Οι θεοί μας εδόθησαν ως συμπαίκτες στον χορό»
(Νόμοι Β΄, 653a)
Οι θεοί δεν είναι σύμβολα ούτε ποιητικά στολίσματα. Ονομάζουν τον έτερο πόλο του αυτού όντος — τον μη ενσαρκωμένο εταίρο, ο οποίος χορογραφεί την κίνηση από κοινού με τον ενσαρκωμένο. Η χορεία δεν είναι εικόνα, αλλά νόμος του είναι: η ύπαρξη εκτυλίσσεται ως χορευτική σύζευξη δύο τρόπων του αυτού εαυτού.
Εντός αυτής της δομής, η Μοίρα δεν είναι τυφλό πεπρωμένο, αλλά μέτρο: η γωνία προβολής δια της οποίας ο έτερος εαυτός εγγράφει μορφή στο γίγνεσθαι. Κάθε ύπαρξη προβάλλεται με διαφορετική Μοίρα, διότι προέρχεται από διαφορετική γωνία. Και όσο υψηλότερη είναι η προέλευση, τόσο πιο κάθετη καθίσταται η Μοίρα — και ίσως τόσο πιο σκληρή, όταν προβάλλεται σε πεδίο που δεν συνάδει με το υψηλό.
Ό,τι εκδηλώνεται «εδώ» εξαρτάται από τη γωνία της προβολής, δηλαδή από τη σχέση μεταξύ του πνεύματος που ζωογονεί το άβαταρ της σάρκας και του ετέρου, θείου αντιστοίχου του. Το πεπρωμένο δεν επιβάλλεται· προβάλλεται.
Ο χορός, επομένως, δεν είναι αλληγορία ούτε μυθική πλάση. Είναι το λειτουργικό σχήμα της πραγματικότητας:
ένας διπλός εαυτός σε συντονισμένη κίνηση,
μία μαρτυρία που συντελείται δια της αναιρέσεως της διαιρέσεως μέσω ζεύξεως,
μία συνείδηση που υπάρχει μόνον διά — ανάμεσα, πέραν και μέσω του ετέρου της.
Η συνείδηση δεν αποκρύπτει την ενότητα· αποκρύπτει τη δομημένη διπλότητα. Εκείνο που η νεότερη σκέψη αποσιωπά δεν είναι οι θεοί, αλλά το γεγονός ότι η γνώση δεν είναι ποτέ μοναχική. Η επίγνωση πάντοτε χορογραφείται μεταξύ δύο θέσεων του αυτού όντος — της ορατής και της αοράτου — δεμένων μεταξύ τους δια του μέτρου.
Μαρία Αλεξέα
ITALIANO
La coscienza (consciousness), così come circola oggi nell’indeterminatezza del linguaggio new age, è per lo più intesa come uno stato interiore unificato di lucidità, oppure come una vaga “comunicazione con la fonte”. Eppure questa comprensione oscura già ciò che la parola stessa rivela quando viene letta etimologicamente.
Con-scious significa letteralmente “sapere con l’altro”.
La coscienza non è unità, ma relazione — non una relazione indeterminata, bensì una comunicazione tra due. Chi siano questi due non è presupposto; ciò si rivela soltanto a chi dispone di un altro, di un Sé superiore, con il quale tale comunicazione è possibile.
Nel pensiero greco, διά (dia) non indica semplicemente passaggio o mediazione. Designa anzitutto una doppia posizione. Per questo precede così tanti verbi — non certo a causa del dio Zeus, come spesso si crede erroneamente, ma per segnare che l’atto si compie attraverso una divisione del punto di vista.
Dia indica che ciò che accade, accade tramite una scissione della posizione. Presuppone dunque un doppio Sé — non come frammentazione psicologica, ma come struttura ontologica a due poli. La coscienza esiste soltanto attraverso l’accoppiamento di ciò che è stato diviso.
Il testimone della coscienza, secondo la comprensione greca, non è un osservatore interiore distaccato dal mondo, né un riflesso psicologico che sorveglia se stesso. Il testimone è l’altro Sé: il corrispondente co-presente attraverso il quale azione, apparizione e conoscenza diventano possibili. La conoscenza non è mai solitaria; avviene sempre con — e questo “con” è letterale.
Per questo l’enunciato di Platone va letto in senso proprio, e non come metafora:
οἱ θεοὶ ἡμῖν συνεχορεῦσαι
«Gli dèi ci sono stati dati come compagni nella danza»
(Leggi II, 653a)
Gli dèi non sono simboli né ornamenti poetici. Essi designano l’altro polo del medesimo essere — il partner non incarnato che coreografa il movimento insieme all’incarnato. La choréia non è dunque un’immagine, ma una legge dell’essere: l’esistenza si dispiega come unione danzata di due modi dello stesso Sé.
All’interno di questa struttura, Moira non è un destino cieco, ma una misura — l’angolo di proiezione attraverso il quale l’altro Sé iscrive la forma nel divenire. Ogni essere è proiettato secondo una Moira diversa, perché è lanciato sotto un angolo differente. E quanto più alta è l’origine, tanto più verticale diventa la Moira — e forse anche più severa, soprattutto quando si proietta in un campo che non corrisponde al superiore.
Ciò che si manifesta “qui” dipende dall’angolo di proiezione, vale a dire dalla relazione tra lo spirito che anima l’avatar della carne e il suo altro, il suo corrispondente divino. Il destino non è imposto; è proiettato.
La danza, dunque, non è né allegoria né finzione mitica. È lo schema operativo della realtà stessa:
un doppio Sé in movimento coordinato,
una testimonianza che si compie attraverso la negazione della divisione mediante l’accoppiamento,
una coscienza che esiste soltanto διά — tra, oltre e attraverso il proprio altro.
La coscienza non nasconde l’unità; nasconde questa dualità strutturata. Ciò che il pensiero moderno rimuove non sono gli dèi, ma il fatto che il sapere non è mai solitario. La lucidità è sempre coreografata tra due posizioni del medesimo essere — il visibile e l’invisibile — legate l’una all’altra dalla misura.
Maria Alexea
Συνείδηση / Coscienza
ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Η συνείδηση (consciousness), όπως διακινείται σήμερα στη νεο-εποχική της αοριστολογία, νοείται ως μία ενιαία, εσωτερική κατάσταση επίγνωσης ή ως αόριστη «επικοινωνία με την πηγή». Όμως αυτή η κατανόηση αποκρύπτει εκείνο που η ίδια η λέξη φανερώνει, όταν αναγνωσθεί ετυμολογικώς.
Το con-scious σημαίνει κυριολεκτικώς «γνώση με τον άλλον».
Η συνείδηση δεν είναι ενότητα, αλλά σχέση· όχι ακαθόριστη σχέση, αλλά επικοινωνία μεταξύ δύο. Ποιοι είναι αυτοί οι δύο δεν προϋποτίθεται· αποκαλύπτεται μόνον σε εκείνον που διαθέτει έτερο, ανώτερο εαυτό προς σύζευξη.
Στην ελληνική σκέψη, το διά δεν δηλώνει απλώς διέλευση ή μεσολάβηση. Δηλώνει πρωτίστως διπλή θέση. Γι’ αυτό και προτάσσεται ενώπιον των πλείστων ρημάτων — όχι λόγω του θεού Διός, όπως συχνά εσφαλμένως νομίζεται, αλλά για να δηλώσει ότι η πράξη συντελείται μέσω διαιρέσεως της στάσεως.
Το διά γνωστοποιεί ότι το συμβαίνον συμβαίνει δια της διασπάσεως της θέσεως. Προϋποθέτει, επομένως, έναν διπλό εαυτό — όχι ως ψυχική παθολογία, αλλά ως δυο-οντολογική δομή. Η συνείδηση υπάρχει μόνον δια της ζεύξεως εκείνου που έχει διαιρεθεί.
Ο μάρτυς της συνειδήσεως, κατά την ελληνική κατανόηση, δεν είναι εσωτερικός παρατηρητής αποκομμένος από τον κόσμο, ούτε ψυχολογική αναδίπλωση του ίδιου υποκειμένου. Ο μάρτυς είναι ο έτερος εαυτός: το συμπαρόν αντίστοιχο, δια του οποίου καθίστανται δυνατά η πράξη, η εμφάνιση και η γνώση. Η γνώση δεν είναι ποτέ μοναχική· πάντοτε λαμβάνει χώρα με — και το «με» αυτό είναι κυριολεκτικό.
Γι’ αυτό και ο λόγος του Πλάτωνος οφείλει να αναγνωσθεί κυριολεκτικώς:
οἱ θεοὶ ἡμῖν συνεχορεῦσαι
«Οι θεοί μας εδόθησαν ως συμπαίκτες στον χορό»
(Νόμοι Β΄, 653a)
Οι θεοί δεν είναι σύμβολα ούτε ποιητικά στολίσματα. Ονομάζουν τον έτερο πόλο του αυτού όντος — τον μη ενσαρκωμένο εταίρο, ο οποίος χορογραφεί την κίνηση από κοινού με τον ενσαρκωμένο. Η χορεία δεν είναι εικόνα, αλλά νόμος του είναι: η ύπαρξη εκτυλίσσεται ως χορευτική σύζευξη δύο τρόπων του αυτού εαυτού.
Εντός αυτής της δομής, η Μοίρα δεν είναι τυφλό πεπρωμένο, αλλά μέτρο: η γωνία προβολής δια της οποίας ο έτερος εαυτός εγγράφει μορφή στο γίγνεσθαι. Κάθε ύπαρξη προβάλλεται με διαφορετική Μοίρα, διότι προέρχεται από διαφορετική γωνία. Και όσο υψηλότερη είναι η προέλευση, τόσο πιο κάθετη καθίσταται η Μοίρα — και ίσως τόσο πιο σκληρή, όταν προβάλλεται σε πεδίο που δεν συνάδει με το υψηλό.
Ό,τι εκδηλώνεται «εδώ» εξαρτάται από τη γωνία της προβολής, δηλαδή από τη σχέση μεταξύ του πνεύματος που ζωογονεί το άβαταρ της σάρκας και του ετέρου, θείου αντιστοίχου του. Το πεπρωμένο δεν επιβάλλεται· προβάλλεται.
Ο χορός, επομένως, δεν είναι αλληγορία ούτε μυθική πλάση. Είναι το λειτουργικό σχήμα της πραγματικότητας:
ένας διπλός εαυτός σε συντονισμένη κίνηση,
μία μαρτυρία που συντελείται δια της αναιρέσεως της διαιρέσεως μέσω ζεύξεως,
μία συνείδηση που υπάρχει μόνον διά — ανάμεσα, πέραν και μέσω του ετέρου της.
Η συνείδηση δεν αποκρύπτει την ενότητα· αποκρύπτει τη δομημένη διπλότητα. Εκείνο που η νεότερη σκέψη αποσιωπά δεν είναι οι θεοί, αλλά το γεγονός ότι η γνώση δεν είναι ποτέ μοναχική. Η επίγνωση πάντοτε χορογραφείται μεταξύ δύο θέσεων του αυτού όντος — της ορατής και της αοράτου — δεμένων μεταξύ τους δια του μέτρου.
Μαρία Αλεξέα
ITALIANO
La coscienza (consciousness), così come circola oggi nell’indeterminatezza del linguaggio new age, è per lo più intesa come uno stato interiore unificato di lucidità, oppure come una vaga “comunicazione con la fonte”. Eppure questa comprensione oscura già ciò che la parola stessa rivela quando viene letta etimologicamente.
Con-scious significa letteralmente “sapere con l’altro”.
La coscienza non è unità, ma relazione — non una relazione indeterminata, bensì una comunicazione tra due. Chi siano questi due non è presupposto; ciò si rivela soltanto a chi dispone di un altro, di un Sé superiore, con il quale tale comunicazione è possibile.
Nel pensiero greco, διά (dia) non indica semplicemente passaggio o mediazione. Designa anzitutto una doppia posizione. Per questo precede così tanti verbi — non certo a causa del dio Zeus, come spesso si crede erroneamente, ma per segnare che l’atto si compie attraverso una divisione del punto di vista.
Dia indica che ciò che accade, accade tramite una scissione della posizione. Presuppone dunque un doppio Sé — non come frammentazione psicologica, ma come struttura ontologica a due poli. La coscienza esiste soltanto attraverso l’accoppiamento di ciò che è stato diviso.
Il testimone della coscienza, secondo la comprensione greca, non è un osservatore interiore distaccato dal mondo, né un riflesso psicologico che sorveglia se stesso. Il testimone è l’altro Sé: il corrispondente co-presente attraverso il quale azione, apparizione e conoscenza diventano possibili. La conoscenza non è mai solitaria; avviene sempre con — e questo “con” è letterale.
Per questo l’enunciato di Platone va letto in senso proprio, e non come metafora:
οἱ θεοὶ ἡμῖν συνεχορεῦσαι
«Gli dèi ci sono stati dati come compagni nella danza»
(Leggi II, 653a)
Gli dèi non sono simboli né ornamenti poetici. Essi designano l’altro polo del medesimo essere — il partner non incarnato che coreografa il movimento insieme all’incarnato. La choréia non è dunque un’immagine, ma una legge dell’essere: l’esistenza si dispiega come unione danzata di due modi dello stesso Sé.
All’interno di questa struttura, Moira non è un destino cieco, ma una misura — l’angolo di proiezione attraverso il quale l’altro Sé iscrive la forma nel divenire. Ogni essere è proiettato secondo una Moira diversa, perché è lanciato sotto un angolo differente. E quanto più alta è l’origine, tanto più verticale diventa la Moira — e forse anche più severa, soprattutto quando si proietta in un campo che non corrisponde al superiore.
Ciò che si manifesta “qui” dipende dall’angolo di proiezione, vale a dire dalla relazione tra lo spirito che anima l’avatar della carne e il suo altro, il suo corrispondente divino. Il destino non è imposto; è proiettato.
La danza, dunque, non è né allegoria né finzione mitica. È lo schema operativo della realtà stessa:
un doppio Sé in movimento coordinato,
una testimonianza che si compie attraverso la negazione della divisione mediante l’accoppiamento,
una coscienza che esiste soltanto διά — tra, oltre e attraverso il proprio altro.
La coscienza non nasconde l’unità; nasconde questa dualità strutturata. Ciò che il pensiero moderno rimuove non sono gli dèi, ma il fatto che il sapere non è mai solitario. La lucidità è sempre coreografata tra due posizioni del medesimo essere — il visibile e l’invisibile — legate l’una all’altra dalla misura.
Maria Alexea
Loading comments…